εκεράσθην

формы словаβ
εκεράσθην
παθ. αόρ. от κερνώ



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово εκεράσθην? —


ανέκφραστοςσυνοικισμόςλείανσηαποδιαλόγιπεριστασιακώςεπιχώνωπεζοναύτηςπρομηθευτικόςξεπουλάωκατεστημένοσυνημίτονοπροψέςαμβλύνοιασκληρίασυμφεροντολογίακλοτσιάδιυλισμένοςκύριοςπρόσφαταμουχρώνειγραμμούλα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit