σκουπίδι

формы словаβ
σκουπίδι
το сор, мусор
κάνω σκουπίδια - сорить, засорять


#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово σκουπίδι? —


τεφροδοχείουποστυλωτικόςνήσοςκεραμιδοκάμινοπελαγίσιοςεκχύλισμαλοίμωξηεκκλησιάζωυπερκαταναλωτισμόςπρόσκρουσηρεμπέλιασμαισραηλιτικόςομοσπονδίαενδοσκόπιοψυχαρισμόςαναπόδιασηξυλόσομπαφτύκακουπόνιθαλπωρήπυτζάμα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit