απεραντοσύνη

формы словаβ
απεραντοσύνη
η, беспредельность, бесконечность


#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово απεραντοσύνη? —


περιπίπτωκόθροτσιρότοοργανικόςωοδόχηομοσπονδιοποίησηφυσικοθεραπείατιθασσεύωισχύωανεγνώριστοςπερίσσιαγέννησητρυφεροκώληςξαναμοιράζωβουβάλειοςεγχειρήσιμοςπατρωνυμικόκλαπαρχίδαςγουργουλητόσπαταλώλουλάκι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit