μονοπληγία

формы словаβ
μονοπληγία



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово μονοπληγία? —


σαρακιασμένοςανατομικάνευροψυχικόςεκτύλωσηστημονιάζωπαστερίζωπρωτομάθητοςετερόχειροςατοποθέτητοςγούνααραιόσκιοςπαρακίνημαασβεστόχρισμαελασματουργόςμαγχεστριανόςαλετριβιδειόπρόσοψηδουλειάθήραεξαλμύρισμαμουλιάζω





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit