φωσγένιο

формы словаβ
φωσγένιο
το хим. фосген



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово фосген? — φωσγένιο
как с (ново)греческого переводится слово φωσγένιο? — фосген


κερατώδηςαεράτ|οςσυχνώςεπικαταρώμαιλαγοκούνελοκατσαπρόκ|οςτρικλίζωανεσκαμμένοςυποβαλλόμενοςαντραλώνομαιανακρεμάζωΠαναμέζαΜογγόλ|οςτρομεράσκατάςεξοιδητικόςαλτζιάπρωρεύςδιακριτόςδασυγένει|οςβιοδιασπώ





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit