ανελαστικός

формы словаβ
ανελαστικός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ανελαστικός? —


ανατριχιαστικόςκαπλάντισμασυμφεροντολογίατέρψηχαρτοσακκούλατυφεκιοφόροςπλουτολογικόςβιβλιοπώληςβηματίζωγλωσσίδιάφτεροςκαλλιγράφωκαταβυθίζομαιβαλτότοποςασφυκτιώεκναυλώνωδιάδοσηατμομηχανικόςγλυκαπόδειπνοςπολυμερισμόςεύθυνση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit