μπανιαρίζω

формы словаβ
μπανιαρίζω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово μπανιαρίζω? —


κακοζώχηνοτροφείοειδησεογραφικόςσορβιάαλογίστωςπροσέτιπρογραμματισμαυποχρεωμένοςεκτοκίζωιχνηλασίακλοπιμαίοςλιχνιστικόςεπέλευσιςιστιοποιίακολοκύθαςΠολωνέζοςπερίλαμπροςφιλέλληναςμορεώνπιότεροκάπηλος





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit