στοιχειοθετημένος

формы словаβ
στοιχειοθετημένος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово στοιχειοθετημένος? —


τρύπησιάονομαστικάπυορροώλουτρολόγοςγενάρχηςρώμηαποσελλώνωΒένετοιπαραπλωτήραςγεωμετρίαφοινίκωνμπότηςλουθηρανικόςπλειστηριασμόςψευδοκρούπστειροχωρίζωμπουφέςθρομβούμαιεπάρτηςκαυκάσιοςχρεωλύσιο





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit