μορμονισμός

формы словаβ
μορμονισμός
ο рел. мормонство



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово мормонство? — μορμονισμός
как с (ново)греческого переводится слово μορμονισμός? — мормонство


ενενηντάραύπανδροςποδηλατικόςαιμωδιώδεκαετίαυδατώδιαγωνισμόςσυντονιστικόςακολουθίαυπερορίαθρούμπαγδάρσιμομεταλλάζωλαξευτόςΥαξόφλητοςφορτώνωαπαγωγέαςγαλάτωμααπολυμαίνωακινητώ




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit