αθανασία

формы словаβ
αθανασία
η бессмертие



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово бессмертие? — αθανασία
как с (ново)греческого переводится слово αθανασία? — бессмертие


αντίσκομαιδρώταςανταγωνιστήςαμόργηψιμυθιολόγοςσυνυφασμένοςτσάρκασυνολκήοργασμόςανεξευγένιστοςχωρατατζούσκόντοκεκανονισμέναγυναικολογικόςκουραδόμαγκαςαγορανομικόςαλάργοςδιαβητικόςσυναπάρτισμαημιμαθήςεπαινετικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit