περιοδικό

формы словаβ
περιοδικό
το журнал;
          εβδομαδιαίο ~ — еженедельный журнал, еженедельник;
          λογοτεχνικό ~ — литературный журнал;
          τά ~ά — периодика



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово журнал? — περιοδικό
как с (ново)греческого переводится слово περιοδικό? — журнал


πνευματιστικόςογδοηκοντοετήςκαμηλότριχαθορυβημένοςεναντίααρτισύστατοςγνωσιολογικόςμισοκαμμένοςυπερεντείνωμακιγιαριστήςσαρακιάζωμακρόπνουςκουκούτσιάστειφτοςξενόμορφοςάχσγόμποςμπουκωμένοςενηλικότηςφαρμακάδαξεθρακιάζω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit