τηγανόψωμο

формы словаβ
τηγανόψωμο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово τηγανόψωμο? —


ξανθόκουρταλώμούσκουληκαραβινιέροςεκτριπτικόςαμμέπαράβολοςένιοινεφροσκλήρυνσηπεριγελάστρααγρονόμοςεποποιίααπρόσοδοςανασκολόπισησωσίβιοςμυθογράφοςπροστάτηςαμαθήτευτοςτεσσαρακονταετήςαραμπάςΙσπανός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit