οικοκυρικά

формы словаβ
οικοκυρικά



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово οικοκυρικά? —


προστυχούληςιωνικόςπροσωκρατικόςταντέλλαουσιαστικοποίησηλαθροϋλοτόμοςμνημούριπροαπαιτώεννεακόσιοιιστορικόςεξόφθαλμοςαπαλοζώτσιμεντοκονίασκόπευσηγινόμενοεκθετήριοαφεντικόςήλασαψαθώνωπροϊστάμενοςζυθοποιία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit