τρισπήλαιος

формы словаβ
τρισπήλαιος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово τρισπήλαιος? —


ατράνταχτοςσταθήτεανασταλτόςβοϊδινόςπρόκυψηκηφηναρειόπαράτακαθοδοφωταύγειααντιζηλίατάγμααλαφράδααλισσίβαξελαφρωμένοςόρυγμαπαγγένεσηαυτοδημιούργημαενεστώταςφιλόδοξατερπνόςφιλόπονοςσύσπαστον




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit