ψυχοπαθητικός

формы словаβ
ψυχοπαθητικός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ψυχοπαθητικός? —


διαμαντόσκονηστυφάτοαισθησιαρχίαδυσκοίλιοςαδιαγούμητοςακριβήςημιφάτνωτοςπαιδοδοντίατροςυπερπροστατευμένοςδεκτικόςαθύρωνεκροκεφαλήψαρολογώαργυρίνημαντείοψυχασθενικόςσκηνίτιςκαρπικάμετονομάζωπολώνιοσυκολός
сборка мебели, литовский словарь, каталог




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit