δια-

формы словаβ
δια-
приставка, означ. :;
1) сквозное действие: διασχίζω ;
2) распределение: διαμοιράζω ;
3) разделение: διαλύω ;
4) взаимность: διαλέγομαι ;
5) завершённость: διαπράττω, διαφθείρω ;
6) превосходство: διαπρέπω ;
7) разбрасывание, распыление: διασκορπίζω ;
8) различие: διαφωνώ ;
9) соперничество: διαγωνίζομαι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово δια-? —


Αργεντινήπαστερίωσηδιάνυσμαεκκολάπτομαιχτισμένοςφεγγαρόφωτοςκαπνοπωλείογκρεμιστόςνέμωμικρομετρικόςεπιβοήθησιςέκπτωσηκαταπλημμυρώτένωνηλιόχρυσοςτραγιάσκαεισιτήριοςαντιβραχίωναςπηρόπουςεμβολοειδήςαχαιρέτητος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit