εμφύσηση

формы словаβ
εμφύσηση
η 1) вдувание;
2) внушение



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово вдувание? — εμφύσηση
как на (ново)греческом будет слово внушение? — εμφύσηση
как с (ново)греческого переводится слово εμφύσηση? — вдувание, внушение


απαρίθμησησυμπλεκτικόςαποτελματώνομαιχρόνιαβουτυράτοςεξωκομματικόςβαθρακομάτηςελμινθώδηςορθογραφικόςβελονισμόςσταλαγμόςυποθερμαίνωΟλλαντέζαπιστρώνωφιλανθρωπισμόςυφαίνωκαρεκλοθήραςαφρονίμευτοςτακτικόςκοσμητικόςανοικονόμητα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit