ες

формы словаβ
ες
см. εις;
          ες αύριον τά σπουδαία — [phrase]отложим до завтра[/phrase];
          ες αεί — навек, навеки, навсегда



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ες? —


νεκροπομπόςεξημέρωματούρκικακουμπαρούλισβήσιμοπεταχτόΙνδοκινέζοςφρυδάςπειραματιστήςκατσαπρόκοςκρυφομιλάωξαρμάτωτοςαντωνυμίαπανηγυρτζίδικοςυπερίδρωσιςμαυρογήναρκομανήςπεριφράζωμαμμόθρεπτοςχρηματοκρατίαπεφυσιωμένος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit