ενεπάγην

формы словаβ
ενεπάγην
παθ. αόρ. от εμπηγνύω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ενεπάγην? —


ενδόκριμαλιανόςπεράτηςνοσταλγικόςαναποφάσισταδιαβιβαστήριοςγαίαμαξιλλάρωμανέτοςφουτουρίστριαδικαιολογούμαισφυρηλατήσιμοςχαψιάαδικοθάνατοςσαΐνηςμονιμάςχοντρικόςβαθύτατοςμελετήτριακαινοτόμοςπλιάτσικο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit