προσβασιμότητα

формы словаβ
προσβασιμότητα



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово προσβασιμότητα? —


ξεβαβουλίζωβουλευτοκρατούμαιοραματίζομαιπαλαιοχριστιανικόςθελεμόςδιακλήρωσιςεθελότυφλοςσυναρμολόγησηανέννοιαστοςακόλουθοασφαλιστικόςάδηλοςκαραμέλλακροτώζητουλεύωφυγόςβράχνιασμαεκκολάπτομαιδιαφωτίζωεπαυξάνωκύφωση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit