Τυροφάγ|ος

формы словаβ
Τυροφάγ|ος
η :
          εβδομάδα τής Τυροφάγου — рел. сыропустная неделя



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово Τυροφάγος? —


ριζοβολώίναανωνυμογραφώποδοπάτημαντίβαεπαμφοτερήςακριτοέπειαεβδομηκοντοετίακαταξοδεύωπλουςδωροδοκώπερισσότεροΟυκρανόςαμετάφερτοςέντιμοςαφόρτιστοςαλατοποιώνυχοποδαράτοςακατάβρεχτοςακυβερνησίααλογότριχα





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit