συνεταιρικά

формы словаβ
συνεταιρικά



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово συνεταιρικά? —


κατακράτησηορνιθαρειόανεχέγγυοπυρομετρίαπολύπαθοςπολυσέβαστοςκέντρωμαθαλασσοπορίακαταπείθωλογομαχώδιχαλώνωθερμοσίφωναςδιαμαχόμενοικαμηλόδερμαμετοχιάριοςψυχρότηταμαργαριτόπλεκτοςεξάμηνολασπόχτιστοςσβάστικααριστερίζων




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit