ενδεκαπλάσι|ος

формы словаβ
ενδεκαπλάσι|ος
одиннадцатикратный



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово одиннадцатикратный? — ενδεκαπλάσιος
как с (ново)греческого переводится слово ενδεκαπλάσιος? — одиннадцатикратный


σάράκιάχωρπροελληνικόςδράσημεταβατικότηταεξεταστήριοπίννανιόβιογελασίνοικορνίσταςαδιάφθοροςαναβρυτόςμεσιτικόςκωμικόναυλομεσιτικόςαμυγδαλώνδιπλοεγγεγραμμένοςεπισωρευτικόςπροσωπίδααναφιλητόμπροστέλλα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit