δουλεμπορικό

формы словаβ
δουλεμπορικό



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово δουλεμπορικό? —


φιξάρισμααντικάμαραχαρακτικόαποδιοργανώνωκάλωςκαρναβαλιστήςεσώτεροςεμβολισμόςοχτακόσιοιαναβλητέοςκαθηκοντολόγιοεορτολόγιοτόρμοςσταμάτημαεκπλήσσομαιδολοφόνοςβοσκάρηςοκτακισχιλιοστόςδαμασκίαναδεκτόςγκάζι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit