παρατηρητικώς

формы словаβ
παρατηρητικώς



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово παρατηρητικώς? —


μαθεύομαιγέραςαποθεραπεύωστάλαξησηματολόγιοσπιθίζωνυφοστόλικρουστόςλύγξσκληραγωγούμαιλαφυραγωγώαρτύσιμοςσυμπορεύομαιάμωμοςκυριούληςθερμίτηςσεισμομετρίααποκορυφώνομαιαιμαλωπίαευθύςοικοκύρης




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit