εσωκομματικός

формы словаβ
εσωκομματικός
внутрипартийный;
          ~ή δημοκρατία — внутрипартийная демократия



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово внутрипартийный? — εσωκομματικός
как с (ново)греческого переводится слово εσωκομματικός? — внутрипартийный


καπνοκαλλιεργητήςεκδόριοναυτοσυντήρητοςδεντροφάγοςανεπιφύλαχταδαφνέλαιονστενοχωριούμαιυμνωδίαπηλίκοκοκιανοβαμμένοςαπόσχασηφορέαςένσαρκοςυποδεέστεροςισημερινόςαχεριώναςστενορρύμιμύστροναποβύζιταβλάκιξέσκουρα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit