λιανικά

формы словаβ
λιανικά
в розницу;
          χοντρικά καί ~ — оптом и в розницу



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово в розницу? — λιανικά
как с (ново)греческого переводится слово λιανικά? — в розницу


ηλεκτρισμόςορκοδοσίααντικλείδιτουρκόγυφτσακαταπήκτηςαιτιοκρατικόςιδεογραφικόςεισορμίζομαιμεσπιλέααρνίομωρήκαιροςαδιασταύρωτοςμειωτικόςγούπατοςσυναρμολόγησημουτζώνωλεκανοπέδιοανάπτυγμακανναβήσιοςτροχιόδρομος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit