έμβολο

формы словаβ
έμβολο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово έμβολο? —


είκοσιομότυποςκαρμίραασφαλίστριαδεδουλευμένοςγουστάρισμασύμφωνοζυγοδέτηςαληθολογίακλίσητανύνεξολοθρευτήςχοιρόδερμαευάριθμοςαπαγίδευτοςΧσύστημασυγχωρητέοςοπλοφορίασυλλογικότηταδημωφελής





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit