αεριστήρι|ος

формы словаβ
αεριστήρι|ος
вентиляционный



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово вентиляционный? — αεριστήριος
как с (ново)греческого переводится слово αεριστήριος? — вентиляционный


ξάμπελοτόςπροφανήςδασμολογιακόςξαναέρχομαιαιμομικτικόςατμοπλοίαεπιφράττωαπαγγέλνωπαρθένασφαδάζωξαναθυμίζωαριστερίστριαστερφεύωκονιορτοποιούμαικατάρτιπαρακάλεσηετερόγλωσσοςμπαλέττοδίσκοςπηγαίος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit