επιθηλιακός

формы словаβ
επιθηλιακός
анат. эпителиальный;
          ~ ιστός — эпителиальная ткань



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово эпителиальный? — επιθηλιακός
как с (ново)греческого переводится слово επιθηλιακός? — эпителиальный


σιδηρουργίαφευγαλέοςκαστανομάτηςμπιραριέρισσαβιδάνιοαγγελομάτηςαποτεμαχισμόςοξείδωσηκαμπυλόγραμμοςξοπλίζωκουταλιανόςκυριαρχημένοςπρόστυχοςανυπομονίααιρεσιάρχηςπρούντζοςεπιγονισμόςδιστακτικάκατοχυρώνωσένσιψηλοκρατιέμαι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit