γήρανση

формы словаβ
γήρανση



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово γήρανση? —


εχιδνώδηςσυσκοτίζωευλογιασμένοςξεμπουκάρωλεπτόκοκκοςμηχανικήταινιοειδήςαλλαντοποιίαβρεθίκιαμακελλάρηςχορικόςδώνομαισφουγγαρίστρασφανταχτερόςγραμμωτόςάπλαξεζούμισμααεροδικείοεπιχορηγίαμύρτιλομισοξαπλωμένος
переводы с персидского языка, литовский словарь, каталог




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit