χανσενικός

формы словаβ
χανσενικός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово χανσενικός? —


εδραιώνωηθικοθρησκευτικόςατμαγωγόςυπενδύωβοϊδόγλωσσαρομπότρακοπότηροκλώσιμοαδροκαμωμένοςδυσβάστακτοςξεκοκκάλιασμαστυλάψώνιμισθολόγησηπρωρατικόςβραστόςδιαπραγμάτευσηλιγοδύναμοςονειροπολώσάχλαδεκαπενθημερία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit