ονοματοποιούμαι

формы словаβ
ονοματοποιούμαι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ονοματοποιούμαι? —


αυλίζομαιγωνιογνώμωνκτηριακόςαιγιαλόςσπώσκουριάζωδερματίνητοιχοποιίαεμπίεζωβοϊδομάτηςπνευμονοκονίασηχρωστικόςεντεροσκοπίακινάραπροεξοχήπεντηκονταετίαπανευτυχήςνοστιμιάεξάκτινοςσυγχρονίζομαισφενδονίζω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit