καταπιστεύω

формы словаβ
καταπιστεύω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово καταπιστεύω? —


επισφράγισηβιβρώσκωθρονιάζομαισυγχρονισμόςώδεπαρενθέτωιαματικότηταεύτακτοςιστορικήςανάκουοςεκμυστηρεύομαιπρολογίζωτροποποιώδιοχετεύσνμοςκοριτσίστικοςεπαρχώγουρλωτόςπροσφυγάκικόπωσηαφοπλιστικόςανερώτηγα





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit