αγριοκέρασο

формы словаβ
αγριοκέρασο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αγριοκέρασο? —


σιδηροδρομικόςομοιογενοποιούμαιβοηλάτηςεκατομμυριούχαμισοδρομίςμανδύαςμασόν|οςεκατοχρονίτισσαανταγιάντιστ|οςτάπηταςσερενάταγυφτοφάσουλοσυγκαταλέγομαιφυσικήφάλτσ|οςφορτέτσαπροεξάγωπολυκερδώςμικρόφωνοεμπορικότηταάραγμα





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit