ράντζο

формы словаβ
ράντζο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ράντζο? —


ουτοπιστήςπενταετήςριζοτόμοςοχτακοσιοστόςγκίζωκαφεδάκιπτυχωσιγενήςαρχιμαγείρισσακόλλυβοχιούμορδιαγουμιστήςπρόσωολιγόστευμαάνηθοςγέμαχαλουμόσουπακοινωνιολογικόςεπτάμηνοςουδέτεροςεκσάρκωμαβροντοχτυπώ




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit