πολιορκητική

формы словаβ
πολιορκητική
η осада (раздел военной науки)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово осада? — πολιορκητική
как с (ново)греческого переводится слово πολιορκητική? — осада


αφγανικόςυπερκαλύπτωεγκληματογραφίαμπερδεύωβλαχόσκαλτσαάδουλοςτετραπέρατοςανασυρτόςαδελέαστοςΠολυμνίαδραχμοποίησηέλμινςεβραίϊσσααυταρέσκειαξεκάπνισμαατζαμωσύνηγογγυτόσυζητήσιμοςκαλοθυμούμαιπατουλιάυπονομεύτρια




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit