Μανούσος

формы словаβ
Μανούσος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово Μανούσος? —


γυμνόστηθοςδημευτήςαυτοπαρηγορίαζεματίζωαπίστωτοςρόλοςηλικιώνομαιάπυκνοςαζυμοςχιλιμιντράωσιτοκαλλιέργειααποκαμωμένοςκατάφωτοςγαλήνεψηχιονοθύελλαεπαίτηςκαβαλλίνααεριστήραςτσεκούραζυγιστικάκαταπίστομα





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit