διακονικό

формы словаβ
διακονικό



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово διακονικό? —


μπανιστ|ήςσελήνιονξελουριάζωσμάλτιν|οςαλοιφόπιτταμονοπόρτιπλησιάζωτυποποιώβαρύτονονψιθύρισμαυπερομιλητικότηταγέραςομόφυλ|οςάλικοεπιχάλκωσηέλατοςδεκαεπτάκιςμαγιολικήισοπεδώνωπλανιάρωκατακόβομαι





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit