διακονικό

формы словаβ
διακονικό



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово διακονικό? —


γαλανόλευκηαθωράκωτ|οςδίπτερααλεξιβρόχιολαμπαδοστάτηςφιλαλήθειαχρυσαφύςαντίχτυπ|οςαποατομικοποιημέν|οςαναιτιώδηςμεγαλοπραγμονώθεωρητικόςατσαλόστομ|οςβεργινάδιπολύτεκν|οςανεπίσακτ|οςαξετασιάεκλογιμότηταυπερηφανεύομαιπερικόβωλαγοπόδαρος





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit