βιοαποικοδομήσιμος

формы словаβ
βιοαποικοδομήσιμος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово βιοαποικοδομήσιμος? —


αισθητήριοςπετρογραφίακατασυντρίβωσυνεργαζόμενοςαίξμεγαλοσύνημπατζανάκηςεπιρρέπειαανθοφόροςαερίζωσιτευτόςαδάγκαστοςπαραθερίστριακαπετάνασημόπετρααρχιτεκτονικήαφιερωτήςεξομοίωσηανάβλεψιςτοσοδούληςπάνοπλος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit