ριγηλός

формы словаβ
ριγηλός
дрожаншй (от холода)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово дрожаншй? — ριγηλός
как с (ново)греческого переводится слово ριγηλός? — дрожаншй


πεζοπόροςκαλοανατεθραμμένοςθωπεύωπατίνιαευπειθώανατροπήμεσολαβητικόςμπέρι-μπέριανείρεοτοςδακτυλιοειδήςαδιάβροχοαγοραστόςξεκούμπισμαασυγκράτητοςπνευστίασηβρυοειδήςημιαγωγόςπροσωπικάεξήρθηνσβώλιασμααναθεμελίωση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit