αγεροκρέμαστ|ος

формы словаβ
αγεροκρέμαστ|ος
парящий в воздухе



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово парящий в воздухе? — αγεροκρέμαστος
как с (ново)греческого переводится слово αγεροκρέμαστος? — парящий в воздухе


λαιμαργίακαταθέλγωσυγυρισμένοςαίσχοςφυλαχτόκακοπόδαροςδεκάτευσηδυσμένειαχτενιάμηλοπέπονοελατόςαντανακλαστικόςαποχετευτικόςχορδοτόνοςνύχτωμαπρεζάκιαςσυγκεφαλαίωσηαραβοϊσραηλινόςνεροφείδαδελεάζωανοιχτοπράσινος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit