κατέσχον

формы словаβ
κατέσχον
αόρ. от κατέχω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово κατέσχον? —


λαούτοτέντζερεςλαθρακουστήςκιχώριπράξηβρεφοκτόνοςμονολιθικότητααπαντητήςχαμηλόπλωροςμεσίτηςωμότητααλαβαστρίτηςήρεμαεπαναθεώρησηΑλβανίδαωρολογοποιείολάσσοισοβίτηςγυναικομάζωμααποστρέφομαιδαιμονισμός
сборка мебели, литовский словарь, каталог




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit