εξήψα

формы словаβ
εξήψα
αόρ. от εξάπτω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово εξήψα? —


ακατασίγαστοςνιόςιπποφορβείουάκινθοςμουγκρίζωρουπακιάσουρουκλεμέςλιοκρούγομαιτροπωτήραβώτσοςξανθογένηςαναχορηγίαπρωτομαθαίνωπέτρινοςκακκαρίζωπλάστηςναυλοτιμαριθμικόςραδιοσκόποςστρυμώχνωμονύδριοκαούνι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit