αμπηρωτός

формы словаβ
αμπηρωτός
запертый на засов



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово запертый на засов? — αμπηρωτός
как с (ново)греческого переводится слово αμπηρωτός? — запертый на засов


υπόκρυψηπροεξοφλητήςεξαίρετααμμόγειοςαθωράκίστοςαλύχτηματρίχρουςέπακροελαΐνηςασυνάχωτοςεξοιδούμαιαπαιτητικότητασωληνάκιαντίρρευμαγγιαγμένοςξαναζήσιμογκρεμνίζομαισκοτοδινίαπαράσπονδοςσυμπυκνωτικόςαφλούδιαστος





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit