σκύλίστικ|ος

формы словаβ
σκύλίστικ|ος
собачий;

===
          με ~ινη όρεξη — с волчьим аппетитом;
          χίλιες οκάδες βούτυρο σε ~ινο τομάρι — погов. [phrase]из грязи, да в князи[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово собачий? — σκύλίστικος
как с (ново)греческого переводится слово σκύλίστικος? — собачий


δασκαλικόςκατσάδαμοσχομυριστόςνερόμυλοςροχαλητόΒίβλοςαρτοπώληςκαταπραΰνωολισθηρόςφαρισαϊσμόςγουνώνωαντιπεριφερειάρχηςχειριστήριοδιαγώνισμαγονατιστόςσκουπόχορτοξάλεσμαχαρτοθήκηεγωκεντρικόςγλίστρημαστρογγυλός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit