Новогреческий словарь
αποπιάνω
αποπιάνω
(αόρ. απόπιασα)
хватать, ловить, схватывать
;
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
хватать
? —
αποπιάνω
как на
(ново)греческом
будет слово
ловить
? —
αποπιάνω
как на
(ново)греческом
будет слово
схватывать
? —
αποπιάνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
αποπιάνω
? — хватать, ловить, схватывать
#
(ново)греческий словарь
—
ουρανοξύστης
—
ψηλός
—
ψαλιδωτός
—
κτήτορας
—
σπαθόχορτο
—
αντιασφυξιογόνος
—
γελοιογράφηση
—
υπόδεση
—
αναπόδεικτος
—
υποδαπέδιος
—
απομονώνω
—
αρκαντάσης
—
κλωστοβιομηχανία
—
ζωοτομία
—
απροβούλευτος
—
διαστάλαξις
—
φεγγαρήσιος
—
αρεσούμενος
—
καψίδιασμα
—
ανασφάλιστος
—
βουρκονέρι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,