δαφνέλαιο

формы словаβ
δαφνέλαιο
Δαφνέλαιο - лавровое масло
[δάφνες] лавр [λάδι] масло


#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово δαφνέλαιο? —


καρδάρασάλπισματρυφερότητααδιευθέτητοςυπερπανσέληνοςδαυλίτηςστείρευσηλιγουρεύομαιγραφομανήςαδικοθανατισμένοςηδονισμόςζώνομαιεκπαρθένεσηνηφαλιότητασημειωτόνξεπεσμένοςανεβοκατέβασμααντίπλευροςαριστερίζωναμάτιστοςφί




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit