θερμαντικότητα

формы словаβ
θερμαντικότητα
η 1) теплотворность;
2) калорийность



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово теплотворность? — θερμαντικότητα
как на (ново)греческом будет слово калорийность? — θερμαντικότητα
как с (ново)греческого переводится слово θερμαντικότητα? — теплотворность, калорийность


όμβροςαλλοιοφανήςδαιμονόπαιδοκατάκρισηχρυσογελούσαδιευθέτησηαντίχαρηφωτοταχυμέτρησηνομισματοσυλλέκτηςαλάεξέρχομαιυποκάτωσελιδοποιητήςβίδααποτρίβομαιαμερίστωςκυβερνησιμότητααμπερόμετροροζιάρηςμεταπράτηςκαρέλι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit