Новогреческий словарь
στασίαση
στασίαση
(-εως) η
мятеж, восстание; бунт
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
мятеж
? —
στασίαση
как на
(ново)греческом
будет слово
восстание
? —
στασίαση
как на
(ново)греческом
будет слово
бунт
? —
στασίαση
как с
(ново)греческого
переводится слово
στασίαση
? — мятеж, восстание, бунт
#
(ново)греческий словарь
—
λιγερός
—
ευμετακόμιστος
—
καρπιαίος
—
ελασματουργείο
—
λειαντήρας
—
κοκκινοσκούφης
—
προσφάτως
—
νοσηλεία
—
παραλιακός
—
ιησουιτισμός
—
κρυφομίλημα
—
κουτσοδόντης
—
περιφέρεια
—
αμετάγνωστος
—
χινοπωριάτικος
—
θεριστής
—
κομπάζω
—
θυμάρι
—
μάργα
—
ανάβαθος
—
παιδαγώγησις
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,